ἑτεροδύναμος

ἑτερο-δύνᾰμος [pron. full] [ῠ], ον,
A of different power or faculty, Porph.Sent.33 (prob.l.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροδύναμος — ἑτεροδύναμος, ον (Α) 1. αυτός που έχει διαφορετική δύναμη ή ικανότητα 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑτεροδύναμον η διαφορά δύναμης ή ικανότητας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο + δύναμος (< δύναμαι), πρβλ. αδύναμος, ισοδύναμος] …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροδύναμον — ἑτεροδύναμος of different power masc/fem acc sg ἑτεροδύναμος of different power neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροδύναμα — ἑτεροδύναμος of different power neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετερο- — α συνθετικό λέξεων τής Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα και τρεις κύριες σημασίες: α) «ο ένας από τούς δύο», σε αντίθεση με το αμφι * («και οι δύο») πρβλ. ετερομάσχαλος, ετερόστομος, ετερόφθαλμος κ.ά. β) «άλλος …   Dictionary of Greek

  • ετεροδυναμία — ἑτεροδυναμία, ἡ (Α) [ετεροδύναμος] η αλλαγή, η μετατόπιση τἡς δύναμης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.